μονοπάτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μονοπάτι | μονοπάτια |
| γενική | μονοπατιού | μονοπατιών |
| αιτιατική | μονοπάτι | μονοπάτια |
| κλητική | μονοπάτι | μονοπάτια |
Ετυμολογία [
]
- μονοπάτι < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
μονοπάτι ουδέτερο