μονοπάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονοπάτι μονοπάτια
γενική μονοπατιού μονοπατιών
αιτιατική μονοπάτι μονοπάτια
κλητική μονοπάτι μονοπάτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μονοπάτι < μεσαιωνική ελληνική μονοπάτι(ν) < μονόπατος < μόνος + -ο- + πατώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μονοπάτι ουδέτερο

  1. στενός και δύσβατος δρομίσκος στην ύπαιθρο, που συνήθως έχει σχηματισθεί από τη συχνή διέλευση ανθρώπων ή ζώων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ατραπός, δρομάκι, δρομίσκος, στενωπός
  2. (γενικότερα) στενός ορεινός δρόμος
  3. (μεταφορικά) ενέργειες ή δράσεις που οδηγούν στην επίτευξη κάποιου σκοπού ή παράγουν κάποιο αποτέλεσμα
    Η οικολογία είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος προς την ελευθερία. Δεν είναι πρόσκληση για ένταξη σε μια ιδεολογία ή σε μια πολιτική άποψη, είναι ενα προσωπικό μονοπάτι καθημερινής απελευθέρωσης από τη βαρβαρότητα του κοινωνικού μας συστήματος και της αντιανθρωπιστικής και αντιεπιστημονικής κουλτούρας του. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Παροιμίες[]

32πχ Μεταφράσεις[]