μονοπώλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονοπώλιο μονοπώλια
γενική μονοπωλίου μονοπωλίων
αιτιατική μονοπώλιο μονοπώλια
κλητική μονοπώλιο μονοπώλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μονοπώλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μονοπώλιο ουδέτερο

  1. (οικονομία) η κατάσταση κατά την οποία μία μόνο επιχείρηση ή φορέας έχει τη δυνατότητα να πωλεί ένα συγκεκριμένο προϊόν
    παλιότερα, τα σπίρτα ήταν κρατικό μονοπώλιο
  2. πολύ μεγάλου μεγέθους επιχείρηση η οποία δεσπόζει στην αγορά και μπορεί να επιβάλει σε αυτήν τους δικούς της όρους - αντίθετα με ό,τι προτάσσουν οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]