μονός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μόνος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική μονός μονή μονό
γενική μονού μονής μονού
αιτιατική μονό μονή μονό
κλητική μονέ μονή μονό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονοί μονές μονά
γενική μονών μονών μονών
αιτιατική μονούς μονές μονά
κλητική μονοί μονές μονά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μονός < αρχαία ελληνική μόνος (μεταφορά του τονισμού κατά τα απλός, διπλός κλπ)

Open book 01.svg Επίθετο[]

μονός-ή-ό

  1. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (λόγιο) απλός
  2. (για ακέραιους αριθμούς) περιττός, που δεν διαιρείται με το δύο
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ζυγός
  3. (συνεκδοχικά) αυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο
  4. (συνεκδοχικά) ο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας
  5. Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη.

Εκφράσεις[]

  • τα θέλω μονά-ζυγά δικά μου

32πχ Μεταφράσεις[]