μουλάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουλάρι μουλάρια
γενική μουλαριού μουλαριών
αιτιατική μουλάρι μουλάρια
κλητική μουλάρι μουλάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουλάρι < μεταγενέστερη ελληνική μουλάριον < υποκοριστικό του μοῦλος + (κατάληξη υποκοριστικού) -άριον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mu.ˈla.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένα μουλάρι

μουλάρι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) στείρο ζώο που προκύπτει από διασταύρωση, συνήθως, φοράδας με αρσενικό γάιδαρο και, σπανιότερα, αρσενικού αλόγου με γαϊδούρα. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντοχή, δύναμη και σταθερότητα στο βάδισμα για αυτό και στο παρελθόν χρησιμοποιούταν σε γεωργικές εργασίες (όργωμα, μεταφορές, κ.λπ.). Το κεφάλι και το σώμα του μοιάζουν περισσότερο με του αλόγου και τα πόδια του με του γαϊδάρου
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος ισχυρογνώμων και με πολύ πείσμα
  3. (υβριστικά) άνθρωπος ανόητος και με αγένεια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]