μουρμουρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουρμουρίζω < μεσαιωνική ελληνική μουρμουρίζω < ελληνιστική κοινή (;) μορμυρίζω < αρχαία ελληνική μορμύρω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /muɾ.mu.'ɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

μουρμουρίζω και μουρμουράω

  1. μιλώ σιγά και ακούγομαι δε δυσκολία
  2. λέω σιγανά κάτι που δεν έχει νόημα
  3. παραπονιέμαι χαμηλόφωνα
  4. ακούγομαι σαν μουρμουρητό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]