μουρμουρητό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουρμουρητό μουρμουρητά
γενική μουρμουρητού μουρμουρητών
αιτιατική μουρμουρητό μουρμουρητά
κλητική μουρμουρητό μουρμουρητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουρμουρητό < μουρ μουρ (ηχητική περιγραφή) + -ητό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μουρμουρητό ουδέτερο

  1. χαμηλόφωνη και όχι απόλυτα κατανοητή ομιλία
  2. άλλος παρόμοιος ήχος
  3. η μουρμούρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]