μουρμούρισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα
γενική μουρμουρίσματος μουρμουρισμάτων
αιτιατική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα
κλητική μουρμούρισμα μουρμουρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουρμούρισμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μουρμούρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του μουρμουρίζω, το μουρμουρητό

32πχ Μεταφράσεις[]