μουστάρδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μουστάρδα μουστάρδες
γενική μουστάρδας μουσταρδών
αιτιατική μουστάρδα μουστάρδες
κλητική μουστάρδα μουστάρδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μουστάρδα< Flag of France.svg Γαλλικά (fr) moutarde

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μουστάρδα θηλυκό

  1. Καρύκευμα που κυκλοφορεί στην αγορά είτε με τη μορφή σκόνης είτε

με τη μορφή κρέμας και χρησιμοποιείται στη μαγειρική.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]