μούμια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούμια μούμιες
γενική μούμιας
αιτιατική μούμια μούμιες
κλητική μούμια μούμιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μούμια < περσική مومیا (mumyā) < περσική موم (mum, "κερί")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μούμια θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]