μούχλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μούχλα μούχλες
γενική μούχλας
αιτιατική μούχλα μούχλες
κλητική μούχλα μούχλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μούχλα < μεσαιωνική ελληνική μοχλιάζω < ελληνιστική κοινή ὀμίχλα < αρχαία ελληνική ὀμίχλη
μανταρίνια που έπιασαν μούχλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μούχλα θηλυκό

  1. κοινή ονομασία για πολλά είδη μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση και έχουν μια χαρακτηριστική μυρουδιά
  2. το πρασινωπό ή ασπριδερό στρώμα που εμφανίζεται σε διάφορα μέρη και αποτελείται από διάφορα είδη μούχλας (1)
  3. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός προσώπου που είναι νωχελικός, που αδρανεί γενικά, που βαριέται
  4. (μεταφορικά) αναχρονιστική κατάσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]