μοῖρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μοίρα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μοῖρα μοίρα μοῖραι
Γενική μοίρας μοίραιν μοιρῶν
Δοτική μοίρ μοίραιν μοίραις
Αιτιατική μοῖραν μοίρα μοίρας
Κλητική μοῖρα μοίρα μοῖραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Οι τρεις μοίρες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μοῖρα θηλυκό ( ιωνικός τύπος γενικής: μοίρης, δωρικός τύπος μόρα για το τμήμα στρατού)

  1. μέρος, μερίδιο γης
    χώρης ὀλίγην ἔτι μοῖραν ἔχοντες
    καὶ κρατερός περ ἐὼν μενέτω τριτάτῃ ἐνὶ μοίρῃ. : κι ας μείνει πανίσχυρος στο δικό του τρίτο < στο ένα τρίτο του κλήρου που του δόθηκε>
  2. η μεριά μου, η πολιτική μου άποψη, η πολιτική μερίδα
    τὸν δῆμον πρὸς τὴν ἑωυτοῦ μοῖρα προσεθήκατο (Ηρόδοτος) : προσεταιρίστηκε, πήρε με το μέρος του, με το "κόμμα" του
  3. από τη μεριά του καλού ή του κακού, γενικά από τη δική μου μεριά ή του αντιπάλου, σαν κατηγορία, που ανήκει μια ενέργεια, σχεδόν επιρρηματικά
    ἐν τῇ τοῦ ἀγαθοῦ μοίρᾳ ἐκεῖνό ἐστι είναι καλό
    ἄγειν ἢ φέρειν ἐν πολεμίου μοῖραν : μη με βάζεις σε ίση μοίρα με του εχθρού σου, μη μου συμπεριφέρεσαι σαν να είμαι εχθρός, εχθρικά
    ὡς ἐν παιδιᾶς μοίρᾳ  : σαν παιχνίδι, παιχνιδιάρικα
  4. μοίρα του κύκλου στην αστρονομία και γεωγραφία, και στην αστρολογία, στη Σπάρτη και τμήμα στρατού (συνήθως αναφέρεται μόρα)
  5. μερίδα φαγητού
  6. η κληρονομιά
    τὴν τοῦ πατρὸς μοῖραν λαγχάνειν : κληρονόμησε την πατρική περιουσία
  7. (μεταφορικά) ίχνος, τμήμα έστω, ένα μικρό μέρος
    οὐδ᾽ αἰδοῦς μοῖραν ἔχουσιν : ξεδιάντροποι
  8. το μερτικό στη ζωή, το γραφτό, το πεπρωμένο, η μοίρα
    ἐν ἡμέρᾳ δὲ μοῖρ᾽ ἀπρόσκοπος βροτῶν: στο φως της μέρας δεν μπορεί κανείς να προφητέψει τη μοίρα των θνητών (Αισχύλος)
  9. σεβασμός, κύρος (ανάλογο του νεοελληνικού "τον έχει σε δεύτερη, τρίτη μοίρα ή απεναντίας τον έχει σε πρώτη μοίρα, σε καλή σειρά")
    ἐν οὐδεμιῇ μοίρῃ μεγάλῃ ἄγειν τόν... : δεν εκτιμά ιδιαίτερα τον...
    μεγάλην μοῖραν καί τιμήν ἔχει
  10. πρόνοια ανώτερης δύναμης, ανέλπιστη τύχη
    θείᾳ μοίρᾳ : θεία πρόνοια (Ξενοφών)
    ἀγαθᾷ μοίρᾳ : για καλή του τύχη (Ευριπίδης)
  11. με κεφαλαίο η θεά Μοῖρα, η προσωποποίηση της μοίρας, του πεπρωμένου, μια στον Όμηρο, αλλά στον Ησίοδο τρεις
    καί Μοίρας καὶ Κῆρας ἐγείνατο νηλεοποίνους, Κλωθώ τε Λάχεσίν τε καὶ Ἄτροπον, αἵτε βροτοῖσι γεινομένοισι διδοῦσιν ἔχειν ἀγαθόν τε κακόν τε, αἵτ᾽ ἀνδρῶν τε θεῶν τε παραιβασίας ἐφέπουσιν


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


Εκφράσεις[]

  • ἐν παντὶ παντὸς μοῖρα ἔνεστι (Αναξαγόρας)
  • πρὸ μοίρας: πριν την ώρα του (για θάνατο)
  • κατά μοῖραν και ἐν μοίρῃ : το σωστό, το ορθό, το αναλογούν
  • παρά μοῖραν: το λανθασμένο
  • κατὰ τὴν ἰδίαν ἑκάστου μοῖραν: (Λυκούργος) ο καθένας το δίκιο του, το μερτικό του