μπάζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάζα μπάζες
γενική μπάζας
αιτιατική μπάζα μπάζες
κλητική μπάζα μπάζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπάζα < ιταλική bazza

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπάζα θηλυκό

  1. το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής
    οι ληστές έκαναν γερή μπάζα
  2. (σε χαρτοπαίγνια όπως η πρέφα) χαρτωσιά
    αγόρασε για εφτά μπάζες στα μπαστούνια

Εκφράσεις[]

  • δεν πιάνω μπάζα μπροστά του: δεν είμαι ικανός να συγκριθώ μαζί του διότι είναι πολύ καλύτερός μου

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[]

μπάζα