μπάζα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπάζα | μπάζες |
| γενική | μπάζας | |
| αιτιατική | μπάζα | μπάζες |
| κλητική | μπάζα | μπάζες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
μπάζα θηλυκό
- το κέρδος, η είσπραξη χρημάτων από μια δουλειά, η λεία μιας κλοπής
- οι ληστές έκαναν γερή μπάζα
- (σε χαρτοπαίγνια όπως η πρέφα) χαρτωσιά
- αγόρασε για εφτά μπάζες στα μπαστούνια
Εκφράσεις [
]
- δεν πιάνω μπάζα μπροστά του: δεν είμαι ικανός να συγκριθώ μαζί του διότι είναι πολύ καλύτερός μου
Μεταφράσεις [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
μπάζα
- μπάζο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού