μπάλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
Μπάλες(1) μπάσκετ
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπάλα | μπάλες |
| γενική | μπάλας | |
| αιτιατική | μπάλα | μπάλες |
| κλητική | μπάλα | μπάλες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
μπάλα θηλυκό
- σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές
- οποιοδήποτε αντικείμενο με σφαιρικό σχήμα
- το ποδόσφαιρο
- δεμένη μεγάλη ποσότητα υλικού, παραλληλεπιπέδου ή κυλινδρικής μορφής, δεμάτι
- χριστουγεννιάτικο στολίδι δένδρου σε σχήμα μπάλας
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μπάλα