μπάνιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπάνιο | μπάνια |
| γενική | μπάνιου | μπάνιων |
| αιτιατική | μπάνιο | μπάνια |
| κλητική | μπάνιο | μπάνια |
[
]
Ετυμολογία
- μπάνιο < ιταλική bagno < λατ. banyum < banium < *baneum < *banneum < balneum < balineum < αρχαία ελληνική βαλανεῖον (= είναι χώρος ομαδικών λουτρών, με πολλά καθίσματα, που προεξέχουν από το πάτωμα ως βάλανοι)
[
]
Ουσιαστικό
μπάνιο ουδέτερο
- το πλύσιμο του σώματος
- είχα τρεις μήνες να κάνω μπάνιο και είχα βρωμίσει
- η κολύμβηση για αναψυχή
- κάθε καλοκαίρι πηγαίνω στο νησί μου για μπάνια
- το δωμάτιο του λουτρού
- μπες στο μπάνιο και έρχομαι να σε λούσω
- (κατ' επέκταση) το πλύσιμο κάποιου υλικού (εκτός από το ρουχισμό)
- πέρασα τη φτερωτή τρία μπάνια σε πετρέλαιο και ακόμα έχει σκουριές επάνω της'
- (κατ' επέκταση) το δοχείο μαζί με το ανάλογο περιεχόμενο υγρό για "βάψιμο" υλικών με ηλεκτρόλυση ή για πλύσιμο
- (κατ' επέκταση) η διαδικασία "βαψίματος" των υλικών με ηλεκτρόλυση
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κολύμβηση για αναψυχή
δωμάτιο λουτρού
[
]
- Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Μ. Τριανταφυλλίδης κ.ά., 1941, Αθήνα, Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, § 216.