μπάσταρδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μπάσταρδος < από το μεσαιωνικό μπάσταρδος. < Από το ιταλικό bastardo. < Από το μεσαιωνικό λατινικό bastardus.
Ουσιαστικό [
]
μπάσταρδος αρσενικό
- Παιδί γεννημένο από μη νόμιμο γάμο, νόθο.
- (Μεταφορικά) πανέξυπνος, τετραπέρατος, τυχερός