μπάτσος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπάτσος | μπάτσοι |
| γενική | μπάτσου | μπάτσων |
| αιτιατική | μπάτσο | μπάτσους |
| κλητική | μπάτσε | μπάτσοι |
Ετυμολογία [
]
- μπάτσος, ονοματοποιία λόγω του ήχου (μπατς) που προκαλεί
Ουσιαστικό [
]
μπάτσος αρσενικό
- δυνατό χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι, ράπισμα
- (αργκό) (ειρωνικά) το όργανο της τάξης
- μας την πέσανε οι μπάτσοι
[
]
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
μπάτσος
|
→ δείτε τη λέξη: ράπισμα |