μπάτσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάτσος μπάτσοι
γενική μπάτσου μπάτσων
αιτιατική μπάτσο μπάτσους
κλητική μπάτσε μπάτσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάτσος < μεσαιωνική ελληνική μπάτσος < ιταλική bazza (πιγούνι) (2. ή < τουρκικά baç)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάτσος αρσενικό

  1. δυνατό χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι, ράπισμα
    πρόσεξε μη φας μπάτσο!
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : μπάτσα, μπάτσο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:δείτε τη λέξη: ράπισμα
  2. (αργκό) (ειρωνικά) (μειωτικά) (υβριστικά) το όργανο της τάξης
    μας την πέσανε οι μπάτσοι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αστυνομικός, μπασκίνας, χωροφύλακας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]