μπάφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μπάφος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μπάφος αρσενικό
- (αργκό) το τσιγαριλίκι, τσιγάρο που περιέχει χασίς