μπαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μπαίνω < μεσαιωνική ελληνική μπαίνω < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω
[
]
Ρήμα
μπαίνω
- εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα
- (για υφάσματα, ρουχισμό κλπ) μικραίνω
- μην πλένεις τα μάλλινα με ζεστό νερό γιατί μπαίνουν
[
]
[
]
Μεταφράσεις
μπαίνω