μπακάλης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπακάλης | μπακάληδες |
| γενική | μπακάλη | μπακάληδων |
| αιτιατική | μπακάλη | μπακάληδες |
| κλητική | μπακάλη | μπακάληδες |
[
]
Ετυμολογία
- μπακάλης < τουρκική bakkal < αραβική bakkāl بقّال
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ba.ˈka.lis/
[
]
Ουσιαστικό
μπακάλης αρσενικό (θηλυκό μπακάλαινα και μπακάλισσα)
- ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
- (μεταφορικά-μειωτικά) που κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά