μπαλένα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαλένα μπαλένες
γενική μπαλένας μπαλένων
αιτιατική μπαλένα μπαλένες
κλητική μπαλένα μπαλένες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπαλένα < (αντιδάνειο) ιταλική balena < αρχαία ελληνική φάλαινα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπαλένα θηλυκό και μπανέλα

  1. ελαστικά υποκατάστατα δοντιών σε ορισμένα είδη φάλαινας
    οι μπαλένες δεν επιτρέπουν στο πλαγκτόν να φύγει από το στόμα της φάλαινας
  2. έλασμα κατασκευασμένο από τα δόντια αυτά (1) ή από άλλο σκληρό υλικό
    πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και πάρε μου δυο μπαλένες για πουκάμισο


32πχ Μεταφράσεις[]