μπανάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπανάνα μπανάνες
γενική μπανάνας μπανανών
αιτιατική μπανάνα μπανάνες
κλητική μπανάνα μπανάνες
Ορισμένοι ομιλητές χρησιμοποιούν τον τύπο μπανάνων
για τη γενική πληθυντικού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπανάνα < πορτογαλική, banana, το οποίο προέρχεται από τη γλώσσα μπαντού της Γουϊνέας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

Πράσινες μπανάνες πάνω στη μπανανιά.
Ώριμες μπανάνες.

μπανάνα θηλυκό

  • Ο καρπός της μπανανιάς. Φρούτο στενόμακρο, σε σχήμα μισοφέγγαρου, είναι πράσινη όταν είναι άγουρη και κίτρινη όταν ωριμάσει, έχει παχιά φλούδα που ανοίγει σε 4-5 κομμάτια, λευκή τρυφερή και γλυκιά "σάρκα".

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]