μπανανιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

μεγάλα φύλλα και ανώριμοι καρποί μιας μπανανιάς
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπανανιά μπανανιές
γενική μπανανιάς μπανανιών
αιτιατική μπανανιά μπανανιές
κλητική μπανανιά μπανανιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπανανιά < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπανανιά θηλυκό

  • (βοτανική) ποώδες φυτό του γένους Musa· έχει τεράστια φύλλα με μήκος έως 3 μέτρα, ευδοκιμεί σε τροπικές περιοχές, και παράγει κίτρινο καρπό, την μπανάνα
    ο «κορμός» της μπανανιάς στην πραγματικότητα πρόκειται για περίβλημα που δημιουργείται από τις βάσεις των φύλλων της

32πχ Μεταφράσεις[]