μπαρ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό 1
μπαρ ουδέτερο άκλιτο
- κατάστημα που σερβίρει οινοπνευματώδη ποτά
- ο πάγκος που χωρίζει τον μπάρμαν από τους πελάτες ενός τέτοιου καταστήματος και όπου μπορούν αυτοί να κάτσουν για να πιουν το ποτό τους
- οικιακό έπιπλο για τα οινοπνευματώδη ποτά
[
]
[
]
Ουσιαστικό 2
μπαρ ουδέτερο
- μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής πίεσης