μπαρούτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπαρούτι | μπαρούτια |
| γενική | μπαρουτιού | μπαρουτιών |
| αιτιατική | μπαρούτι | μπαρούτια |
| κλητική | μπαρούτι | μπαρούτια |
[
]
Ετυμολογία
- μπαρούτι < τουρκική barut < περσική باروت bârut < αρχαία ελληνική πυρίτης
[
]
Ουσιαστικό
μπαρούτι ουδέτερο και μπαρούτη θηλυκό
- η πυρίτιδα
[
] Εκφράσεις
- με κάνει μπαρούτι με κάνει να θυμώνω τόσο πολύ ώστε να κοντεύω να εκραγώ· μου τη δίνει
[
]
Μεταφράσεις
μπαρούτι