μπασιά
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
μπασιά ή εμπασιά = είσοδος, το μέρος από το οποίο εισέρχεσαι κάπου από το εμβαίνω (εν – βαίνω), μπαίνω έμβασις (είσοδος) εμβάς (εμβάδες = χαμηλά υποδήματα, παντόφλες) εμβατεύω ή εμβατέω (πατώ για να εισέλθω) – εμβατεία ή εμβάτευσις (είσοδος και εμπράγματη κατοχή κατά το αττικό δίκαιο) εμβατήριο = ρυθμός για ομαδική βάδιση (εις ρυθμόν εμβαίνειν) εμβάτης ή μπάτης = θαλασσία αύρα ή πελάγιοςάνεμος πνέων από τη θάλασσα προς την ξηρά εμβάτης = το ήμισυ της κάτω διαμέτρου των κιόνων, θεωρούμενο μονάδα μήκους των λοιπών μερών των αρχαίων κτιρίων