μπερδεμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μπερδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπερδεύω
[
]
Μετοχή
μπερδεμένος, -η, -ο
- που έχει μπερδευτεί, μπλεγμένος
- το σχοινί ήταν μπερδεμένο
- ο περίπλοκος
- το πρόβλημα είναι πολύ μπερδεμένο
- που προκαλεί προβληματισμό ή υποψίες
- που βρίσκεται σε σύγχυση
- δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ήταν μπερδεμένος
- που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση
- είναι κι αυτός μπερδεμένος σε αυτή την ιστορία με την αρχαιοκαπηλία;