μπερδεμένος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπερδεμένος < Από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος μπερδεύω.

Open book 01.svg Μετοχή

μπερδεμένος -η -ο

  • που έχει μπερδευτεί, μπλεγμένος
    το σχοινί ήταν μπερδεμένο
  • ο περίπλοκος
    το πρόβλημα είναι πολύ μπερδεμένο
  • που προκαλεί προβληματισμό ή υποψίες
  • που βρίσκεται σε σύγχυση
    δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα και ήταν μπερδεμένος
  • που έχει εμπλακεί σε μια ύποπτη υπόθεση
    είναι κι αυτός μπερδεμένος σε αυτή την ιστορία με την αρχαιοκαπηλία;

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες