μπολ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μπολ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μπολ ουδέτερο
- ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο αγγείο, σχετικά μικρό, για το σερβίρισμα π.χ. του παγωτού
- στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο