μπορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπορώ < μεσαιωνική ελληνική εμπορώ και ημπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορῶ

[] Open book 01.svg Ρήμα

μπορώ

  1. έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι
    μπορείς να πετύχεις στη ζωή σου τα πάντα, αρκεί να έχεις θέληση
  2. σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι
    μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;
    μπορείτε να μου δώσετε ένα ποτήρι νερό;
  3. (απρόσωπα) μπορεί: υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί κάτι
    μπορεί να βρέξει αύριο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Plume ombre.png Κλίση


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες