μπορώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπορώ < μεσαιωνική ελληνική ημπορώ < εμπορώ < αρχαία ελληνική εὐπορῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔ.ˈɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μπορώ

  1. έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι
    μπορείς να πετύχεις στη ζωή σου τα πάντα, αρκεί να έχεις θέληση
  2. σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι
    Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;
    Μπορείτε να μου δώσετε ένα ποτήρι νερό;
    Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
  3. (απρόσωπα) μπορεί : υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί κάτι
    μπορεί να βρέξει αύριο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]