|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
μπορέσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
μπορώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
μπορώ |
μπορείς |
μπορεί |
μπορούμε |
μπορείτε |
μπορούν |
| παρατατικός |
μπορούσα |
μπορούσες |
μπορούσε |
μπορούσαμε |
μπορούσατε |
μπορούσαν |
| αόριστος |
μπόρεσα |
μπόρεσες |
μπόρεσε |
μπορέσαμε |
μπορέσατε |
μπόρεσαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα μπορώ |
θα μπορείς |
θα μπορεί |
θα μπορούμε |
θα μπορείτε |
θα μπορούν |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα μπορέσω |
θα μπορέσεις |
θα μπορέσει |
θα μπορέσουμε |
θα μπορέσετε |
θα μπορέσουν |
| παρακείμενος α' |
έχω μπορέσει |
έχεις μπορέσει |
έχει μπορέσει |
έχουμε μπορέσει |
έχετε μπορέσει |
έχουν μπορέσει |
| παρακείμενος β' |
έχω μπορεσμένο |
έχεις μπορεσμένο |
έχει μπορεσμένο |
έχουμε μπορεσμένο |
έχετε μπορεσμένο |
έχουν μπορεσμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα μπορέσει |
είχες μπορέσει |
είχε μπορέσει |
είχαμε μπορέσει |
είχατε μπορέσει |
είχαν μπορέσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα μπορεσμένο |
είχες μπορεσμένο |
είχε μπορεσμένο |
είχαμε μπορεσμένο |
είχατε μπορεσμένο |
είχαν μπορεσμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω μπορέσει |
θα έχεις μπορέσει |
θα έχει μπορέσει |
θα έχουμε μπορέσει |
θα έχετε μπορέσει |
θα έχουν μπορέσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω μπορεσμένο |
θα έχεις μπορεσμένο |
θα έχει μπορεσμένο |
θα έχουμε μπορεσμένο |
θα έχετε μπορεσμένο |
θα έχουν μπορεσμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να μπορώ |
να μπορείς |
να μπορεί |
να μπορούμε |
να μπορείτε |
να μπορούν |
| αόριστος |
να μπορέσω |
να μπορέσεις |
να μπορέσει |
να μπορέσουμε |
να μπορέσετε |
να μπορέσουν |
| παρακείμενος α' |
να έχω μπορέσει |
να έχεις μπορέσει |
να έχει μπορέσει |
να έχουμε μπορέσει |
να έχετε μπορέσει |
να έχουν μπορέσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω μπορεσμένο |
να έχεις μπορεσμένο |
να έχει μπορεσμένο |
να έχουμε μπορεσμένο |
να έχετε μπορεσμένο |
να έχουν μπορεσμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
μπόρει |
|
|
μπορείτε |
|
| αόριστος |
|
μπόρεσε |
|
|
μπορέστε |
|
|