μπουζί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπουζί | μπουζιά |
| γενική | μπουζιού | μπουζιών |
| αιτιατική | μπουζί | μπουζιά |
| κλητική | μπουζί | μπουζιά |
[
]
Ετυμολογία
- μπουζί < γαλλική bougie
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
μπουζί ουδέτερο άκλιτο
- (μηχανική) εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που παράγει το σπινθήρα, ώστε να γίνει η ανάφλεξη του καυσίμου μέσα στον κύλινδρο
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
μπουζί