μπουζούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουζούκι μπουζούκια
γενική μπουζουκιού μπουζουκιών
αιτιατική μπουζούκι μπουζούκια
κλητική μπουζούκι μπουζούκια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπουζούκι < τουρκική bozuk

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /bu.ˈzu.ci/
ένα τετράχορδο μπουζούκι

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μπουζούκι ουδέτερο

  1. λαϊκό μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές
  2. (στον πληθυντικό) η λαϊκή ορχήστρα
  3. (στον πληθυντικό) το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, το μπουζουξίδικο
    θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος βλάκας

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες