μπουζούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουζούκι μπουζούκια
γενική μπουζουκιού μπουζουκιών
αιτιατική μπουζούκι μπουζούκια
κλητική μπουζούκι μπουζούκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπουζούκι < τουρκική bozuk (Από τη φράση bozuk düzen=χαλασμένο χόρδισμα[1])

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /bu.ˈzu.ci/
ένα τετράχορδο μπουζούκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μπουζούκι ουδέτερο

  1. λαϊκό μουσικό όργανο με τρεις ή τέσσερις διπλές χορδές
  2. (στον πληθυντικό) η λαϊκή ορχήστρα
  3. (στον πληθυντικό) το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, το μπουζουξίδικο
    θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας (από λαϊκό τραγούδι)
  4. (μεταφορικά) άνθρωπος βλάκας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []

Αναφορές []

  1. βλ. Ελένη Σπυροπούλου, Για την καταγωγή και την ετυμολογία της λέξης "μπουζούκι"