μπουκάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπουκάλι | μπουκάλια |
| γενική | μπουκαλιού | μπουκαλιών |
| αιτιατική | μπουκάλι | μπουκάλια |
| κλητική | μπουκάλι | μπουκάλια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ένα μπουκάλι (1) γεμάτο νερό
ένα άδειο μπουκάλι (1)
μπουκάλι ουδέτερο
- δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
- αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
- (συνεκδοχικά) το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου
- πόσα μπουκάλια από μπίρα ήπιατε χθες;
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
δοχείο