μπουκάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουκάλι μπουκάλια
γενική μπουκαλιού μπουκαλιών
αιτιατική μπουκάλι μπουκάλια
κλητική μπουκάλι μπουκάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπουκάλι < (μεσαιωνικά ιταλικά) boccale < λατινική baucalis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /bu.ˈka.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένα μπουκάλι (1) γεμάτο νερό
ένα άδειο μπουκάλι (1)

μπουκάλι ουδέτερο

  1. δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
    αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
  2. (συνεκδοχικά) το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου
    πόσα μπουκάλια από μπίρα ήπιατε χθες;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]