μπουκαμβίλια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μπουκαμβίλια | μπουκαμβίλιες |
| γενική | μπουκαμβίλιας | |
| αιτιατική | μπουκαμβίλια | μπουκαμβίλιες |
| κλητική | μπουκαμβίλια | μπουκαμβίλιες |
[
]
Ετυμολογία
- μπουκαμβίλια < ιταλική buganvillea
[
]
Ουσιαστικό
μπουκαμβίλια θηλυκό
- (βοτανική) θάμνος ή αναρριχώμενο φυτό του γένους Bougainvillea που κατάγεται από την Νότια Αμερική και που βγάζει μικρά άνθη περικυκλωμένα από φύλλα με έντονο χρωματισμό και χάρτινη υφή
[
]
Μεταφράσεις
μπουκαμβίλια