μπουντρούμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουντρούμι μπουντρούμια
γενική μπουντρουμιού μπουντρουμιών
αιτιατική μπουντρούμι μπουντρούμια
κλητική μπουντρούμι μπουντρούμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπουντρούμι < τουρκική bodrum (υπόγειο σήμερα) < άλλοι ειδικοί θεωρούν ρίζα τον αρχαία ελληνική ιππόδρομος (επειδή της Κωνσταντινούπολης είχε υπόγεια που έγιναν φυλακές) και άλλοι τον υπόδρομο, δηλαδή χώρο κάτω από το επίπεδο του δρόμου -τα υπόγεια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /bu.ˈdɾu.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπουντρούμι ουδέτερο

  • φυλακή στα υπόγεια ενός κτηρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί
    Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία/νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία (Κωνσταντίνος Καβάφης, "Η ώρα φτάνει")
    Τα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ (χώρος εγκλεισμού και βασανισμού στην περίοδο της δικτατορίας)
  • (κατ’ επέκταση) σκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο
    Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία....

32πχ Μεταφράσεις[]