μπουρέκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουρέκι μπουρέκια
γενική μπουρεκιού μπουρεκιών
αιτιατική μπουρέκι μπουρέκια
κλητική μπουρέκι μπουρέκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπουρέκι < τουρκική börek

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπουρέκι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) είδος γλυκιάς πίτας με φύλλο
  2. (γαστρονομία) (κατ’ επέκταση) κάθε πίτα με φύλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]