μπόλιασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπόλιασμα μπολιάσματα
γενική μπολιάσματος μπολιασμάτων
αιτιατική μπόλιασμα μπολιάσματα
κλητική μπόλιασμα μπολιάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπόλιασμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπόλιασμα ουδέτερο

  1. -- είναι η τεχνητή μέθοδος, κατά την οποία γίνεται μεταμόσχευση ενός μέρους του φυτού σε ένα άλλο φυτό. Σκοπός αυτής της μεταμόσχευσης είναι συνήθως η διατήρηση των κύριων χαρακτηριστικών ενός φυτού πάνω σε ένα άλλο πιο δυνατό και μεγάλο.


32πχ Μεταφράσεις[]