μυαλό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μυαλό | μυαλά |
| γενική | μυαλού | μυαλών |
| αιτιατική | μυαλό | μυαλά |
| κλητική | μυαλό | μυαλά |
Ετυμολογία [
]
- μυαλό < μεσαιωνική ελληνική μυαλόν < μυαλός < ελληνιστική κοινή μυαλός < αρχαία ελληνική μυελός
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
μυαλό ουδέτερο
- η φαιά ουσία μέσα στο κρανίο ανθρώπων και ζώων
- το νοητικό και ψυχοπνευματικό κέντρο των ζώντων οργανισμών