μυρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μυρίζω < μύρον
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
μυρίζω
- αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση μία μυρωδιά, οσμή
- μυρίζω το άρωμα των λουλουδιών
- προσπαθώ να αντιληφθώ μία μυρωδιά
- μύρισε αυτό το υγρό, μήπως καταλάβεις τι είναι
- αναδίδω μία μυρωδιά
- τα λουλούδια μυρίζουν όμορφα
- αναδίδω μία δυσάρεστη μυρωδιά
- μου μυρίζει ο ιδρώτας του
- (στο γ΄ ενικό) υπάρχει μια μυρωδιά, ευχάριστη ή δυσάρεστη
- μύρισε αμέσως η μπόχα
[
] Εκφράσεις
- μυρίζει μπαρούτι: αναμένεται να συμβεί κάτι κακό ή δυσάρεστο
- μυρίζω τα νύχια μου: προαισθάνομαι ότι κάτι συμβαίνει ή θα συμβεί
- (παροιμία) ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει: όσο κρύο κι αν κάνει το Φεβρουάριο, ο χειμώνας θα τελειώσει
[
]
Συνώνυμα
- οσφραίνομαι (1), (2)
- οσμίζομαι (1), (2)
- βρομάω (4)