μυρμηγκοφάγος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μυρμηγκοφάγος | μυρμηγκοφάγοι |
| γενική | μυρμηγκοφάγου | μυρμηγκοφάγων |
| αιτιατική | μυρμηγκοφάγο | μυρμηγκοφάγους |
| κλητική | μυρμηγκοφάγε | μυρμηγκοφάγοι |
[
]
Ετυμολογία
- μυρμηγκοφάγος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μυρμηγκοφάγος αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
μυρμηγκοφάγος