μωρό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μωρό | μωρά |
| Γενική | μωρού | μωρών |
| Αιτιατική | μωρό | μωρά |
| Κλητική | μωρό | μωρά |
Ετυμολογία
- ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μωρός
Προφορά
Ουσιαστικό
μωρό ουδέτερο
- πολύ νεαρό παιδί που δεν ξέρει ακόμα να μιλά και να περπατά, το βρέφος
- το μωρό κοιμάται στην κούνια
- οικεία προσφώνηση πολύ αγαπημένου προσώπου
- μωρό μου!
- (μεταφορικά) όμορφο και νεαρό άτομο, κατά το τεκνό
- γνώρισα ένα μωρό χθες...
Εκφράσεις
- κάνει σαν μωρό: συμπεριφέρεται σαν να ήταν μωρό
- μωρό μου : λέγεται χαϊδευτικά σε αγαπημένα πρόσωπα
Συγγενικές λέξεις
Συνώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
|
|
Κλιτή μορφή επιθέτου
μωρό