μόδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μόδα μόδες
γενική μόδας
αιτιατική μόδα μόδες
κλητική μόδα μόδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μόδα < γαλλική mode

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

μόδα θηλυκό

  1. τάση σχετική με το ντύσιμο ή γενικά την εξωτερική εμφάνιση που υιοθετείται ευρύτατα για κάποιο χρονικό διάστημα
  2. (γενικότερα) συνήθεια που υιοθετείται παροδικά από μεγάλο αριθμό ατόμων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

Εκφράσεις []

  • της μόδας: για κάτι που είναι σύμφωνο με τη μόδα
    τα παντελόνια με καμπάνα ήταν πολύ της μόδας τη δεκαετία του '70

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις []

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []