μόνιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μόνιμος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Επίθετο

πτώση ενικός
ονομαστική μόνιμος μόνιμη μόνιμο
γενική μόνιμου μόνιμης μόνιμου
αιτιατική μόνιμο μόνιμη μόνιμο
κλητική μόνιμε μόνιμη μόνιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μόνιμοι μόνιμες μόνιμα
γενική μόνιμων μόνιμων μόνιμων
αιτιατική μόνιμους μόνιμες μόνιμα
κλητική μόνιμοι μόνιμες μόνιμα

μόνιμος, -η, -ο

  • που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές
    οι μαγνήτες από σπάνιες γαίες είναι από τους πιο ισχυρούς μόνιμους μαγνήτες
  • συχνός, σταθερός
    μόνιμος πελάτης
  • διαρκής
    είχε μια μόνιμη ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του
  • (για πρόσωπα) που έχει μία σταθερή θέση εργασίας χωρίς χρονικούς περιορισμούς
    άρχισε ως αναπληρωτής αλλά φέτος διορίστηκε ως μόνιμος εκπαιδευτικός

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη