μόνιμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μόνιμος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | μόνιμος | μόνιμη | μόνιμο |
| γενική | μόνιμου | μόνιμης | μόνιμου |
| αιτιατική | μόνιμο | μόνιμη | μόνιμο |
| κλητική | μόνιμε | μόνιμη | μόνιμο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | μόνιμοι | μόνιμες | μόνιμα |
| γενική | μόνιμων | μόνιμων | μόνιμων |
| αιτιατική | μόνιμους | μόνιμες | μόνιμα |
| κλητική | μόνιμοι | μόνιμες | μόνιμα |
μόνιμος, -η, -ο
- που μένει με τις ίδιες ιδιότητες ή στην ίδια κατάσταση χωρίς σημαντικές αλλαγές
- οι μαγνήτες από σπάνιες γαίες είναι από τους πιο ισχυρούς μόνιμους μαγνήτες
- συχνός, σταθερός
- μόνιμος πελάτης
- διαρκής
- είχε μια μόνιμη ανησυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του
- (για πρόσωπα) που έχει μία σταθερή θέση εργασίας χωρίς χρονικούς περιορισμούς
- άρχισε ως αναπληρωτής αλλά φέτος διορίστηκε ως μόνιμος εκπαιδευτικός