μόνος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μονός

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μόνος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο []

μόνος, -η, -ο

  1. (χωρίς άρθρο) χωρίς συντροφιά ή βοήθεια· βλέπε και την αντωνυμία παρακάτω
    έμεινε μόνος στη ζωή
  2. (με άρθρο) ο μοναδικός
    ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει

32πχ Μεταφράσεις []

Open book 01.svg Αντωνυμία []

μόνος, -η, -ο μου, σου, του, μας, σας, τους

  • (οριστική· χωρίς άρθρο και με γενική αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας) χωρίς συνοδεία ή βοήθεια
πρέπει να βρεις τη λύση μόνος σου