μόνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- μόνος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
μόνος, -η, -ο
- (χωρίς άρθρο) χωρίς συντροφιά ή βοήθεια· βλέπε και την αντωνυμία παρακάτω
- έμεινε μόνος στη ζωή
- (με άρθρο) ο μοναδικός
- ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει
Μεταφράσεις [
]
μόνος (επίθετο)
Αντωνυμία [
]
μόνος, -η, -ο μου, σου, του, μας, σας, τους
- (οριστική· χωρίς άρθρο και με γενική αδύνατων τύπων της προσωπικής αντωνυμίας) χωρίς συνοδεία ή βοήθεια
- πρέπει να βρεις τη λύση μόνος σου