μύγα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μύγα μύγες
γενική μύγας μυγών
αιτιατική μύγα μύγες
κλητική μύγα μύγες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μύγα < αρχαία ελληνική μυῖα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈmi.γa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μία μύγα

μύγα θηλυκό

γέμισε το δωμάτιο μύγες, επειδή άφησα το παράθυρο ανοιχτό
  • έντομο που μοιάζει με τη μύγα
μύγα τσε τσε

Εκφράσεις[]

  • βγάζει από τη μύγα ξίγκι: βγάζει με το ζόρι κέρδος από ανεπικερδή δραστηριότητα
  • δε δέχεται / δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του : δεν ανέχεται την παραμικρή ενόχληση
  • έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο:
  • θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι : επικείμενη καταστρεπτική σύγκρουση ανθρώπων, ιδίως καβγά ή πόλεμο
  • σαν τη μύγα μες στο γάλα:
    1. όταν ξεχωρίζει καταφανώς κάποιος από το περιβάλλον
      είπα να φορέσω ένα επίσημο φόρεμα, αλλά μόλις φτάσαμε και είδα τι φορούσαν οι άλλοι ένοιωσα σαν τη μύγα μες στο γάλα
    2. όταν είναι εμφανέστατη η διαφορά μεταξύ δύο προσώπων ή καταστάσεων:
      Η Νίκη είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα σε σχέση με την αδερφή της: η μία είναι πολύ άτακτη ενώ η άλλη είναι ήσυχη.
  • σαν τις μύγες : μεγάλο πλήθος ανθρώπων
  • χάφτει μύγες: περνάει την ώρα του άπρακτος, ο οκνηρός.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]