μῆδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[]

μῆδος < (αρχαία ελληνική ) μέδω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μῆδος ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[]

μῆδος < (αρχαία ελληνική ) μαδάω/μαδῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μῆδος ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό (επικός τύπος)

  • τα ανδρικά γεννητικά μόρια
    Ὀδυσσεὺς/ζώσατο μὲν ῥάκεσιν περὶ μήδεα (Όμηρος, Οδύσσεια, 18, 66-67)
    ὣς εἰπὼν θάμνων ὑπεδύσετο δῖος Ὀδυσσεύς,/ἐκ πυκινῆς δ᾿ ὕλης πτόρθον κλάσε χειρὶ παχείῃ/φύλλων, ὡς ῥύσαιτο περὶ χροῒ μήδεα φωτός (Όμηρος, Οδύσσεια, ζ 127-9)
    Είπε ο Οδυσσέας ο αρχοντογέννητος και πρόβαλε απ᾿ τα θάμνα,/κι απ᾿ τον πυκνό το λόγγο ετσάκισε με το βαρύ του χέρι/κλωνάρι φουντωμένο, ολόγυρα να κρύψει την ντροπή του. (Μετάφραση: Ν. Καζαντζάκη - Ἰ. Θ. Κακριδῆ)
  • τα αιδοία
  • η ουροδόχος κύστη, ούρα
    λαγόνων ἀπὸ μήδεα χεύῃ (Οππιανός, Κυνηγετικά, 4, 441)