νέα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική νέα νέα νέαι
Γενική νέας νέαιν νεῶν
Δοτική νέ νέαιν νέαις
Αιτιατική νέαν νέα νέας
Κλητική νέα νέα νέαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νέα < (ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) ) *neivo-, συγγενές με το (σανσκριτικά) ni- και το (λατινικά) nidus (=φωλιά).

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

νέα θηλυκό & νειός & νεός & νειά

  • πεδιάδα σε χαμηλό μέρος
  • (νέα) γη, χέρσο χωράφι
  • χωράφι που οργώθηκε εκ νέου, μετά από περίοδο αγρανάπαυσης
    Θεόφραστος, Περὶ φυτῶν αἰτιῶν, 3.20.7

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []