νέος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | νέος | νέα | νέο |
| Γενική | νέου | νέας | νέου |
| Αιτιατική | νέο | νέα | νέο |
| Κλητική | νέε | νέα | νέο |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | νέοι | νέες | νέα |
| Γενική | νέων | νέων | νέων |
| Αιτιατική | νέους | νέες | νέα |
| Κλητική | νέοι | νέες | νέα |
Ετυμολογία
- νέος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Επίθετο
νέος, -α, -ο
- πρόκειται για ένα νέο προϊόν