νέος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική νέος νέα νέο
γενική νέου νέας νέου
αιτιατική νέο νέα νέο
κλητική νέε νέα νέο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νέοι νέες νέα
γενική νέων νέων νέων
αιτιατική νέους νέες νέα
κλητική νέοι νέες νέα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νέος < αρχαία ελληνική νέος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈnɛ.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

νέος, -α, -ο

  1. καινούργιος
    πρόκειται για ένα νέο προϊόν
  2. που έχει μικρή ηλικία, που είναι ακόμα στη νεότητα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νιος

32πχ Μεταφράσεις[]