νέφος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- νέφος < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
νέφος ουδέτερο
- (λόγιο) το σύννεφο
- η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
- νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος
- (φυσική) ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
- (μεταφορικά) οι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
- στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου