νήμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νήμα | νήματα |
| γενική | νήματος | νημάτων |
| αιτιατική | νήμα | νήματα |
| κλητική | νήμα | νήματα |
Ετυμολογία [
]
- νήμα < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
νήμα ουδέτερο
- κλωστή