νήπιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νήπιο | νήπια |
| γενική | νηπίου | νηπίων |
| αιτιατική | νήπιο | νήπια |
| κλητική | νήπιο | νήπια |
Ετυμολογία [
]
- νήπιο < αρχαία ελληνική νήπιον < νήπιος
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
νήπιο ουδέτερο
- μικρό παιδί 1-5 ετών