νίκη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | νίκη | νίκες |
| γενική | νίκης | νικών |
| αιτιατική | νίκη | νίκες |
| κλητική | νίκη | νίκες |
Ετυμολογία [
]
- νίκη < αρχαία ελληνική νίκη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
νίκη θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του νικώ, η υπερίσχυση επί ενός αντιπάλου σε μάχη, εκλογές, αθλητικό αγώνα
- σαρωτική νίκη κατήγαγε το κόμμα μας στις χτεσινές εκλογές
Πολυλεκτικοί όροι [
]
- πύρρειος νίκη: η νίκη που επιτυγχάνεται με πολύ μεγάλες απώλειες
- το σήμα της νίκης: το υψωμένο χέρι που έχει μαζεμένα όλα τα δάχτυλα εκτός από τον μέσο και τον παράμεσο
[
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
νίκη
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
νίκη < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
νίκη θηλυκό